http://www.europeancollege.gr/

εγγραφείτε στο newsletter μας

*
Παρακαλούμε εισάγετε το email σας
Έχετε εγγραφεί στην υπηρεσία newsletter.

Ενσωμάτωση Διεθνών Συστημάτων

Μοντεσσόρι

Η Μαρία Μοντεσσόρι είναι συνδεδεμένη με την προσχολική αγωγή. Βλέπει το παιδί ως ένα κοινωνικό ον, που διαθέτει το εσωτερικό κίνητρο και ενδιαφέρον να εξερευνήσει και να αλληλοεπιδράσει μόνο του με το περιβάλλον. Η φιλοσοφία στην οποία στήριξε το πρόγραμμά της ήταν ότι τα παιδιά μπορούν να μάθουν μόνα τους με το δικό τους ρυθμό μέσα σε ένα καλό οργανωμένο και ελκυστικό περιβάλλον. Αυτό στην ουσία σημαίνει ότι μέσα σε μία μοντεσσοριανή τάξη, η μάθηση είναι εξατομικευμένη υπόθεση, ώστε ο ρυθμός του κάθε παιδιού να μην επηρεάζεται από άλλους παράγοντες.

Το περιβάλλον και ο χώρος είναι προκαθορισμένος και τακτικός. Όλα τα πράγματα έχουν μία θέση και μία λειτουργία και πρέπει να είναι αισθητικά ευχάριστα. Τα υλικά που χρησιμοποιούνται είναι και αυτά αισθητικά ωραία, φτιαγμένα αποκλειστικά από ξύλο και υφάσματα, ώστε να δημιουργούν την αίσθηση του οικείου στα παιδιά. Τα υλικά είναι σχεδιασμένα να έχουν συγκεκριμένη χρήση και είναι αυτοδιορθούμενα.

Όπως, όλα τα υλικά έχουν προκαθορισμένη λειτουργεία, έτσι είναι και ο ρόλος του/της παιδαγωγού. Ο ρόλος του/της νηπιαγωγού είναι να προετοιμάζει το περιβάλλον στις ανάγκες των παιδιών, να επιδεικνύει τη σωστή χρήση των υλικών και να ενθαρρύνει τα παιδιά όταν είναι έτοιμα να προχωρήσουν σε πιο σύνθετες δραστηριότητες. Σέβεται, παρατηρεί και βοηθάει τα παιδιά, χωρίς να επιβάλλει ποτέ τίποτα. Αφήνει τα παιδιά να ανακαλύψουν μόνα τους το λάθος τους, χωρίς να παρεμβαίνει στη φυσική διαδικασία μάθησης.

Η μοντεσσοριανή μέθοδος στοχεύει στην κινητική εκπαίδευση με απώτερο σκοπό την αυτονομία, την προετοιμασία για τον πραγματικό κόσμο, την αυτοεξυπηρέτηση και την αυτοσυντήρηση, την αυτοπειθαρχία, και τέλος, τις κινητικές δεξιότητες με στόχο την εκμάθηση της γραφής. Επίσης, στην αισθητηριακή εκπαίδευση  μέσω της παρατήρησης, της σύγκρισης, της ταξινόμησης, της  ανάπτυξης της προσοχής και  της κρίσης, της αναγνώρισης ομοιοτήτων και διαφορών στα μεγέθη, στα χρώματα, στην υφή, στα σχήματα κτλ. Ακόμη, στοχεύει στη γλωσσική εκπαίδευση μέσω της προετοιμασίας των παιδιών για τη σωστή χρήση της γλώσσας, της ανάπτυξης του λεξιλογίου μέσα από την επανάληψη, και τέλος, στη διδασκαλία της ανάγνωσης, της γραφής και των μαθηματικών (όπως αναφέρονται στο Ντολιοπούλου,2002).
 
 
HighScope

Το πρόγραμμα «Υψηλών Στόχων» αναπτύχθηκε τη δεκαετία του ’60 στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, ως μια ανεξάρτητη κερδοσκοπική οργάνωση από τον DavidP. Weikart. Βασική αρχή του προγράμματος είναι η ενεργητική συμμετοχική μάθηση. Ενεργητική συμμετοχική μάθηση  ορίζεται η άμεση εμπειρία των παιδιών με τα  αντικείμενα,   τους ανθρώπους, τις ιδέες και τα γεγονότα, και το αποτέλεσμα αυτών  των αλληλεπιδράσεων   στη σκέψη τους,   για  να  οικοδομήσουν τη γνώση, που θα τα βοηθήσει να κατανοήσουν το περιβάλλον τους. Τα παιδιά κινούνται με βάση το ενδιαφέρον τους, έχουν πολλές ευκαιρίες να επιλέξουν υλικά και να αποφασίσουν τι θα κάνουν με αυτά. Απαντούν στα ερωτήματά τους και στην φυσική περιέργειά τους, ανακαλύπτοντας τις ιδιότητες των αντικειμένων, σχέσεις και αλλαγές χρησιμοποιώντας το σώμα και τις αισθήσεις τους. Οι φίλοι είναι πάντα εκεί για να μοιραστούν τις εμπειρίες τους. Φυσικά, το λάθος αντιμετωπίζεται ως κάτι αναμενόμενο μέσα από το οποίο τα παιδιά θα μάθουν.

Το περιβάλλον, καθώς ασκεί μεγάλη επίδραση στη συμπεριφορά των παιδιών, πρέπει να είναι καλά σχεδιασμένο και οργανωμένο σε κέντρα ενδιαφέροντος και τα υλικά καλά επιλεγμένα. Τα ωραία χρώματα, οι ζεστές και άνετες γωνιές και το άπλετο φως θεωρούνται απαραίτητα στοιχεία για το χώρο της τάξης σύμφωνα με το πρόγραμμα «HighScope». Ενδεικτικές γωνίες που μπορούν να υπάρχουν είναι: η γωνιά του οικοδομικού υλικού, των εικαστικών, του παιχνιδιού, του βιβλίου και της γραφής, του ξυλουργού, της μουσικής και της κίνησης, της άμμου και του νερού, του κουκλόσπιτου, του ηλεκτρονικού υπολογιστή, η γωνιά των ζώων και των φυτών, και φυσικά ο εξωτερικός χώρος. Επιπλέον, είναι απαραίτητος ο χώρος για φαγητό και ξεκούραση να είναι ανεξάρτητος από τις γωνιές. Επίσης, είναι σημαντικό να υπάρχει ευελιξία στο χώρο και να ανανεώνονται οι γωνιές ή και να αλλάζουν σύμφωνα με τα νέα ενδιαφέροντα των παιδιών.

Η θετική αλληλεπίδραση νηπίων – παιδαγωγού παίζει πολύ σημαντικό στην ενεργητική συμμετοχική μάθηση. Μέσα σε ένα υποστηρικτικό κλίμα μοιράζονται τον έλεγχο της μαθησιακής διαδικασίας. Ο καταμερισμός αυτός επιτυγχάνεται όταν ο/η παιδαγωγός συμμετέχει στις δραστηριότητες των παιδιών με ίσους όρους και παραχωρεί τον έλεγχο. Αφετέρου, όταν οι δραστηριότητες ξεκινούν από τον/την παιδαγωγό, τα παιδιά έχουν δυνατότητα επιλογής ή να παίρνουν αποφάσεις. Μια τέτοια παιδαγωγική σχέση βοηθά τα παιδιά να  αναπτύσσουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και τους άλλους, να αποκτούν αυτονομία και να παίρνουν πρωτοβουλίες και τέλος, να κατανοούν τις απόψεις και τα συναισθήματα των άλλων. Ρόλος της παιδαγωγού είναι να ακούει προσεκτικά τα σχέδια των παιδιών και να τα βοηθά να τα υλοποιήσουν με εύστοχες ερωτήσεις. Επίσης, να τα ενθαρρύνει να επιλύουν προβλήματα, να παίρνουν αποφάσεις και να γίνονται ανεξάρτητα άτομα. Όλο αυτό συμβαίνει υπό το πρίσμα μιας καθημερινής διαδικασίας, που βοηθά την ενεργητική συμμετοχική μάθηση και περιλαμβάνει τρία στάδια: το σχεδιασμό, την υλοποίηση και την αξιολόγηση της δράσης.

Ένα άλλο πολύ σημαντικό στοιχείο στο πρόγραμμα «HighScope»  είναι ο ρόλος της οικογένειας, όχι μόνο στη μετάβαση του παιδιού από το σπίτι στο σχολείο, αλλά στη γενικότερη καθημερινή ζωή του παιδιού. Η σχέση παιδαγωγού-γονέα είναι αυτή που θα καθορίσει την ήπια μετάβαση του παιδιού και τη γενικότερη ολόπλευρη ανάπτυξή του κάτω από συνεχή συνεργασία, πληροφόρηση και ενημέρωση.

Τέλος, βασικό μέρος της φιλοσοφίας του προγράμματος είναι η συνεργασία μεταξύ των παιδαγωγών της τάξης, οι καλές σχέσεις μεταξύ των μελών και οι ομαδικές αποφάσεις που παίρνονται και αφορούν τον καθημερινό προγραμματισμό των δραστηριοτήτων για μεμονωμένα παιδιά,  για μικρές ομάδες και για ολόκληρη την τάξη, όπως και όποια θέματα προκύψουν. Μοιράζονται δηλαδή τον έλεγχο της δράσης τους όπως ακριβώς ενθαρρύνονται να κάνουν και τα παιδιά (όπως αναφέρονται στο Ντολιοπούλου,2002).
 
Reggio Emilia

Το Ρέτζο Εμίλια είναι μία πόλη της Βόρειας Ιταλίας, της οποίας το εκπαιδευτικό σύστημα έχει αναγνωριστεί ως ένα από τα καλύτερα του κόσμου, και τα οποία διεύθυνε για πολλά χρόνια ο LorisMalaguzzi. Η θεωρία που στηρίζει την προσέγγιση ReggioEmiliaείναι ο «κοινωνικός κονστρουκτιβισμός», δηλαδή ότι η γνώση κατακτιέται μέσα από την ανταλλαγή, το διάλογο και τη συνεργασία.  Η φιλοσοφία του ReggioEmiliaβασίζεται στην «παιδαγωγική της ακρόασης». Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να ακούν τα παιδιά όπως ακριβώς ζητούν απ’ αυτά να ακούς τους άλλους. Το να ακούει κανείς σημαίνει να είναι δεκτικός  σ’ αυτά που λένε οι άλλοι, να σέβεσαι και να βρίσκεις την αξία στην διαφορετικότητα. Επίσης, η κοινότητα του ReggioEmiliaπιστεύει ότι το να μαθαίνεις και να διδάσκεις είναι δύο παράλληλες διαδικασίες, και έτσι τα ίδια τα παιδιά μας μαθαίνουν πώς να τα διδάξουμε. Τα παιδιά ωθούνται να ανακαλύψουν το περιβάλλον χρησιμοποιώντας όλες τις «γλώσσες» τους (κίνηση, ζωγραφική, γλυπτική, χτίσιμο, κολλάζ, μουσική, λόγο, συμβολικό παιχνίδι κτλ.) Ο LorisMalaguzziχρησιμοποίησε μεταφορικά το 1993 το όρο «η εκατό γλώσσες των παιδιών», δηλαδή οι διαφορετικοί τρόποι που διαθέτουν τα παιδιά για να κατανοήσουν τον κόσμο.

Τα βασικά χαρακτηριστικά του προγράμματος είναι η έμφαση που δίνεται σε κάθε παιδί, το οποίο εξετάζεται σε συνάρτηση με την οικογένειά του, τα άλλα παιδιά, τους/τις παιδαγωγούς, τους γονείς, το περιβάλλον του σχολείου, την ιστορία του, το πολιτιστικό και κοινωνικό του περίγυρο. Έμφαση στη μάθηση σε μικρές ομάδες των δυο, τριών ή τεσσάρων ατόμων. Η εργασία σε μικρές ομάδες βοηθάει ιδιαίτερα στην ανταλλαγή απόψεων, στην επίλυση συγκρούσεων και στην εξεύρεση λύσεων. Στην προσέγγιση αυτή τα παιδιά αποτελούν το επίκεντρο και όχι το πρόγραμμα. Υπάρχει ευελιξία στον προγραμματισμό και δεν υπάρχει καμμιά βιασύνη για την εκπλήρωσή του. Επίσης, χαρακτηριστικό της προσέγγισης ReggioEmiliaείναι η έμφαση που δίνεται στις «γλώσσες» των παιδιών, στα καλλιτεχνικά και στις τέχνες γενικότερα, στη φαντασία και τη δημιουργικότητα, στην κατανόηση του νοήματος για καθετί που γίνεται.

Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αποτελεί το γεγονός ότι υπάρχει στενή συνεργασία ανάμεσα στις παιδαγωγούς (δύο παιδαγωγοί για κάθε τάξη και μία δασκάλα καλών τεχνών- atelierista), στο προσωπικό, στους γονείς, στα παιδιά, στα σχολεία και την κοινότητα στην οποία ανήκει το κάθε σχολείο. Hσυμμετοχή των γονέων θεωρείται το ίδιο σημαντική με αυτή των παιδιών και των παιδαγωγών. Στόχος της στενής συνεργασίας όλων αυτών είναι να δημιουργηθεί κοινή αίσθηση ευθύνης για τις επιλογές, να δημιουργούν αισθήματα ασφάλειας και εμπιστοσύνης μεταξύ των μελών.  Τα σχολεία δεν διοικούνται από διευθυντή, αλλά από όλες τις παιδαγωγούς και το προσωπικό υπό το συντονισμό μιας παιδαγωγού (pedagogista). 

Η προσέγγιση ReggioEmiliaπροσεγγίζει τη μάθηση με βιωματικό τρόπο.  Δεν υπάρχουν προκαθορισμένες ενότητες και υποενότητες για να διδαχθούν. Σε όλη τη σχολική χρονιά τα παιδιά συμμετέχουν σε βραχύχρονα και μακροπρόθεσμα σχέδια εκπαιδευτικής δράσης σύμφωνα με τα ενδιαφέροντά τους. Τα παιδιά ασχολούνται με λιγότερα θέματα, αλλά εμβαθύνουν με περισσότερο σε αυτά. Κατά την εφαρμογή της βιωματικής μάθησης τα παιδιά παρατηρούν, κάνουν ερωτήσεις, συλλέγουν πληροφορίες, ιδέες, συναισθήματα και σκέψεις με διάφορους τρόπους. Δεν υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος για να ξεκινήσει ένα τέτοιο σχέδιο δράσης. Αφορμή μπορεί να σταθεί  το οτιδήποτε έχει πέσει στην αντίληψη της παιδαγωγού ή των παιδιών ή των γονέων. Συνήθως, αφορούν θέματα από την καθημερινότητα των παιδιών. Για την εξέλιξη και την διεκπεραίωση του σχεδίου δράσης έχουν λόγο όλοι οι παραπάνω. Τα παιδιά μπορεί να χωριστούν σε ομάδες και να δραστηριοποιηθούν στην εξερεύνηση διαφορετικών ερωτημάτων, πάνω στο ίδιο θέμα, ανάλογα με τα ενδιαφέροντά τους. Επίσης, υλοποιούνται σχέδια δράσης από κοινού με άλλα σχολεία, ώστε να έρθουν σε επαφή διαφορετικά σχολεία μεταξύ τους.

Εκτός από τα σχέδια εργασίας, τα παιδιά εμπλέκονται σε επαναλαμβανόμενες δραστηριότητες και θέματα με διαφορετικούς τρόπους για να επιτευχθεί η μεγαλύτερη δυνατή κατανόησή τους. Τα παιδιά ενθαρρύνονται να αποδώσουν με ποικίλους τρόπους τις έννοιες που πραγματεύονται. Τα υλικά που χρησιμοποιούν τα παιδιά επιλέγονται κυρίως από τη φύση ή έχουν οικολογικό χαρακτήρα.

Άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα της προσέγγισης ReggioEmiliaείναι ο αισθητικά ωραίος χώρος. Η αρχιτεκτονική των κτιρίων είναι τέτοια, ώστε ο χώρος να λειτουργεί ως «τρίτος παιδαγωγός» μαζί με τις άλλες δυο παιδαγωγούς της τάξης. Έμφαση δίνεται στην «κυκλικότητα» και την «διαφάνεια», οι οποίες εκφράζονται στο χώρο με την απουσία εμποδίων, διαδρόμων και διαχωριστικών, με χώρους που συνδέονται μεταξύ τους με κυκλικό τρόπο συνήθως, και περιλαμβάνουν στον κέντρο τους μία εσωτερική αυλή. Επίσης, μπορεί να υπάρχει κάποιο δωμάτιο που για οροφή να έχει τζαμαρία για να δίνεται η αίσθηση της σύνδεση του εσωτερικού με τον εξωτερικό χώρο. Επιπρόσθετα, υπάρχουν μεγάλα παράθυρα και γυάλινοι τοίχοι ώστε να μπορεί κάποιος να δει ταυτόχρονα τι δράσεις «τρέχουν» σε κάθε χώρο. Το μπάνιο βρίσκεται έξω από τις αίθουσες των παιδιών ώστε να μπορούν τα παιδιά να έρχονται σε επαφή με τα παιδιά άλλων τάξεων. Το ίδιο συμβαίνει και με την κουζίνα, η οποία βρίσκεται στο κέντρο ή στην είσοδο των κτιρίων δίπλα στην τραπεζαρία για τους καλεσμένους. Τέλος, τα χρώματα και ο συνδυασμός των χρωμάτων των κτιρίων είναι γήινος και τα χρώματα είναι από οικολογική βαφή.

Η παρατήρηση και η καταγραφή της εκπαιδευτικής δράσης (documentazione) από της παιδαγωγούς και από τα ίδια τα παιδιά αποτελεί ένα άλλο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της προσέγγισης  ReggioEmilia. Η καταγραφή αποτελεί βασικό μέσο αξιολόγησης της πορείας και της προόδου τόσο του παιδιού όσο και της τάξης, και, επίσης, είναι ο τρόπος ποιοτικής έρευνας που χρησιμοποιείται ευρέως στο Ρέτζο. Στους χώρους του κτιρίου υπάρχουν παντού εκθέσεις της προόδου των παιδιών και «κομμάτια» καταγραφής στιχομυθιών μεταξύ των παιδιών ή μεταξύ των παιδιών και των παιδαγωγών (όπως αναφέρονται στο Ντολιοπούλου,2006; Εdwards, Gardini, & Forman, 2010).
 
Waldorf
Η παιδαγωγική προσέγγιση Waldorfστηρίζεται στην εκπαιδευτική φιλοσοφία του  RudolfSteiner, την Ανθρωποσοφία. Η ανθρωποσοφιστική παιδαγωγική προσανατολίζεται περισσότερο σε μια ολιστική εικόνα του ανθρώπου. Σύμφωνα με αυτήν την προσέγγιση, η ανάπτυξη του ατόμου είναι μία διαδικασία που εξελίσσεται σε 3 διαδοχικές αναπτυξιακά στάδια παρόμοια με αυτά του Piazet.  Το πρώτο αφορά τα παιδιά μέχρι 7 ετών, όπου πιστεύεται ότι υπάρχει υψηλή «οργανική» και «ψυχική πλαστικότητα». Σύμφωνα με τον RudolfSteiner, το παιδί αποδέχεται συνειδητά και ασυνείδητα τα ερεθίσματα του εξωτερικού κόσμου, τα οποία διαμορφώνουν το σώμα και το πνεύμα του.  Το επόμενο στάδιο αφορά τα παιδιά ηλικίας 7-14 ετών, τα οποία εισάγονται στην «επίσημη ακαδημαϊκή μάθηση». Και το τελευταίο στάδιο που είναι από 14 ετών και άνω, εστιάζει ακόμα περισσότερο σε ακαδημαϊκά γνωστικά αντικείμενα.

Κατά την παιδαγωγική Waldorf, οι κοινωνικές, συναισθηματικές, γνωστικές, γλωσσικές και σωματικές ικανότητες αναγνωρίζονται ίσης αξίας στην πρώιμη παιδική εκπαίδευση. Οι δραστηριότητες αντανακλούν τις ανησυχίες, τα ενδιαφέροντα και το αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού.  Ο απώτερος σκοπός του αναλυτικού προγράμματος είναι να «περάσει στα παιδιά την αίσθηση ότι ο κόσμος είναι καλός».  Σύμφωνα με αυτήν την προσέγγιση, το παιδί στα πρώτα χρόνια της ζωής του μαθαίνει μέσω της μίμησης, γι΄ αυτό ενθαρρύνεται η αγωγή στο νηπιαγωγείο να γίνεται μέσω της μίμησης στο παιχνίδι, στην κίνηση, στη διήγηση, στο τραγούδι κτλ. Αυτές οι δραστηριότητες, όπως η αφήγηση ιστοριών, η ανάπτυξη της ρυθμικής κίνησης, η ασχολία με τη φύση, η ευχάριστοι ήχοι και μελωδίες, τα απαλά χρώματα και οι καμπύλες γραμμές αποτελούν πολύ σημαντικά στοιχεία του προγράμματος της παιδαγωγικής του  Waldorf. Σημαντική θέση στο πρόγραμμα κατέχουν και οι γιορτές, τα έθιμα και οι εκδηλώσεις, όπου δίνεται μεγάλη έμφαση. Επιπλέον, μέσω τραγουδιών και ιστοριών διδάσκοντες ξένες γλώσσες, ιδιαίτερα η αγγλικά διδάσκεται ως ξένη γλώσσα. Η τεχνολογία, από την άλλη, χρησιμοποιείται μόνο ως πηγή πληροφοριών πάνω σε συγκεκριμένη εργασία. Γενικώς, αποφεύγεται επειδή πιστεύεται σύμφωνα με τον Steiner, ότι θέλοντας και μη, και τα παιδιά εκτίθενται και σε ερεθίσματα που δεν είναι κατάλληλα για την αρμονική ανάπτυξη των παιδιών.

Στα νηπιαγωγεία Waldorfυπάρχει μία καθημερινή ρουτίνα που περιλαμβάνει το ελεύθερο παιχνίδι, το φανταστικό παιχνίδι, τις καλλιτεχνικές εργασίες, το παιχνίδι στην αυλή και τα πρακτικά καθήκοντα που αφορούν το μαγείρεμα, την καθαριότητα και την κηπουρική. Το περιβάλλον είναι προσεκτικά δομημένο και έχει σχεδιαστεί για να προωθήσει τόσο την προσωπική, όσο και την κοινωνική μάθηση. Η κουζίνα είναι ένα ξεχωριστός χώρος, όπου τα παιδιά έχουν πρόσβαση, υπάρχουν έπιπλα κατάλληλων αναλογιών, ώστε τα παιδιά να μπορούν να ασκούν τα καθήκοντά τους. Η τάξη προορίζεται να μοιάζει με ένα σπίτι και όλα τα υλικά είναι απλά και φυσικά. Το δωμάτιο είναι βαμμένο (συνήθως βαφές που πλένονται) σε απαλό ροζ και μερικές φορές διακοσμημένο με εποχιακές χειροτεχνίες. Τα παράθυρα μεγάλα για να υπάρχει επαρκές ηλιακό φως, και οι διάδρομοι του κτιρίου είναι καμπυλόγραμμοι με μικρές «πλατείες». Μερικές φορές θα υπάρχουν φωτογραφίες στους τοίχους που εκπροσωπούν την οικογένεια - πατέρας, η μητέρα και το παιδί. Η όλη εντύπωση είναι δίνεται η αίσθηση ενός ήρεμου, τακτοποιημένου και ήσυχου περιβάλλοντος.
Το εξωτερικό περιβάλλον θα πρέπει να είναι «φυσικό» όσο το δυνατόν περισσότερο. Οι εγκαταστάσεις να περιλαμβάνουν ένα σκάμμα, μια περιοχή εκσκαφής, δέντρα για αναρρίχησή, ένα λάκκο για φωτιά, μια περιοχή για λίπασμα, οπωροφόρα δέντρα και ένα οργανικό λαχανόκηπο. Τα λουλούδια καλλιεργούνται όλο το χρόνο. Υπάρχει συνήθως κάποιου είδους καλύβας, όπου τα παιδιά μπορούν να διαφύγουν όταν βρέχει ή να παίξουν. Εκεί υπάρχει κάποιος φούρνος, όπου  μπορούν μαζί με τον/την εκπαιδευτικό ή κάποιον γονέα να κάνουν ψωμί και να το φάνε. Κάποιες άλλες φορές μπορεί να μένουν και στο δάσος για δύο εβδομάδες.

Κάτω από αυτήν την πρακτική, η παιδαγωγική του Waldorfαπορρίπτει τα παιχνίδια του εμπορίου. Η κούκλα που κατασκευάζεται από ένα χαρτομάντιλο, για παράδειγμα, τότε θεωρείται ένα πολύ καλό παιχνίδι-αντικείμενο.  Πιστεύεται ότι τα παιχνίδια του εμπορίου δεν ενεργοποιούν το μυαλό, αλλά αντίθετα το μαραίνουν και τον ξηραίνουν, αντί να τον ξεκλειδώνουν. Επίσης, αποφεύγεται κάθε προσχολική διδακτική, που στοχεύει να στη νοητική προαγωγή του παιδιού, καθώς σύμφωνα με τον Steinerτο παιδί πρέπει να ζει στο περιβάλλον της ζωής και όχι της διανόησης.

Ο ρόλος του εκπαιδευτικό σε αυτή την προσέγγιση είναι να παρατηρεί την πρόοδο του κάθε παιδιού, να καθοδηγεί και συντονίζει την όλη καθημερινότητα. Αποτελεί το πρότυπο μίμησης για τα παιδιά και είναι αυτός η κυρίαρχη πηγή των ερεθισμάτων, καθώς και το έναυσμα πολλών δραστηριοτήτων.

Καθώς τα σχολεία που χρησιμοποιούν εξολοκλήρου αυτήν την παιδαγωγική προσέγγιση, είναι αυτοδιοικούμενα και συντηρούνται από τα μέλη του, οι γονείς παίζουν εξίσου σημαντικό ρόλο στην ομαλή λειτουργία της σχολικής κοινότητας.  Ενθαρρύνονται να συμμετέχουν ενεργά σε μη-διδακτικές πτυχές της σχολικής ζωής, βοηθώντας στις καθημερινές εργασίες (καθάρισμα, πλύσιμο, κήπος κτλ.)  στο σχολείο και συμβάλλοντας στη δημιουργία ενός φιλικού και ευχάριστου περιβάλλοντος (Nicol,2010; Πανταζής & Σακελλαρίου, 2005).
 
Βιβλιογραφία
Edwards, C., Gandini, L., & Forman, G.  (1993). ReggioEmilia: Οι χίλιες γλώσσες των παιδιών προσχολικής ηλικίας (6η έκδοση). (Α. Βεργιοπούλου, Mεταφρ.) Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη
Ντολιοπούλου, Ε. (2002). Σύγχρονα προγράμματα για παιδιά προσχολικής ηλικίας  (2η έκδοση). Αθήνα: Τυποθητώ- Γιώργος Δάρδανος 
Ντολιοπούλου, Ε. (2006). Σύγχρονες τάσεις της προσχολικής αγωγής (2η έκδοση). Αθήνα: Τυποθητώ- Γιώργος Δάρδανος 
Nicol, J. (2010). Bringing the Steiner Waldorf approach to your early years (2nd edition). London and New York: Routledge.
Πανταζής, Σ., & Σακελλαρίου, Μ. Ι. (2005). Προσχολική παιδαγωγική: Προβληματισμοί-προτάσεις. Αθήνα: Ατραπός